ευωχοΰμαι

ευωχοΰμαι
пировать, кутить

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ευωχοΰμαι" в других словарях:

  • ευωχούμαι — έομαι (Α εὐωχοῡμαι, έομαι και ενεργ. εὐωχῶ, έω) συμποσιάζω, διασκεδάζω, ξεφαντώνω, γλεντοκοπώ, χαροκοπώ αρχ. 1. προσφέρω γεύμα, φιλεύω κάποιον 2. (για ζώα) διατρέφω καλά 3. παρέχω τροφή 4. (για κάθε είδους απόλαυση) παρέχω πλούσια, προσφέρω… …   Dictionary of Greek

  • εὐωχοῦμαι — εὐωχέω entertain sumptuously pres ind mp 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατευωχούμαι — κατευωχούμαι, έομαι (Α) (επιτ. τ. τού ευωχούμαι) 1. συμμετέχω σε ευωχία, ευθυμώ, διασκεδάζω («οἶνον δὲ γινόμενον ταχὺ ἀναλίσκουσι κατευωχούμενοι μετὰ τῶν συγγενῶν», Στράβ.) 2. μτγν. ενεργ. κατευωχῶ, έω παρέχω ευωχία, φιλεύω κάποιον, ψυχαγωγώ… …   Dictionary of Greek

  • συνευωχούμαι — έομαι, ΜA ευωχούμαι, μετέχω σε συμπόσιο μαζί με άλλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + εὐωχοῦμαι «συμμετέχω σε συμπόσιο»] …   Dictionary of Greek

  • αιμοδαιτώ — αἱμοδαιτῶ, έω (Α) ευωχούμαι με αίμα, χαίρομαι να πίνω αίμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *αἱμοδέτης < αἷμα + δαίτης < δαίομαι*] …   Dictionary of Greek

  • ακτάζω — ἀκτάζω (Α) τρώω, διασκεδάζω στην ακροθαλασσιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. προέρχεται πιθ. από το ουσ. ακτή (Ι). Κατ άλλους, λόγω τής σημασίας της («ευωχούμαι, συμποσιάζω»), είναι προτιμότερο να παραχθεί από το ουσ. ακτή (ΙΙ)] …   Dictionary of Greek

  • δαιταλώμαι — ( άομαι) (Α) ευωχούμαι, τρώω ευχάριστα με παρέα. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. δαιταλώμαι φαίνεται σαν να προήλθε από αμάρτ. *δαίταλος < δαις ( τός) + (επίθημα) αλος* (πρβλ. δαιταλεύς)] …   Dictionary of Greek

  • ενδαίνυμαι — ἐνδαίνυμαι (Α) τρώγω σε συμπόσιο, ευωχούμαι, καταβροχθίζω, κατατρώγω («τῶν ἰχθύων, οὕς ἐνδαινύμεθα», Αθήν.) …   Dictionary of Greek

  • ευωχία — η (ΑΜ εὐωχία) [ευωχούμαι] 1. ευθυμία σε συμπόσιο 2. συμπόσιο, πανδαισία, γλέντι, φαγοπότι μσν. χαρούμενη πανήγυρη, εορτή αρχ. αφθονία τροφίμων …   Dictionary of Greek

  • ευωχητής — εὐωχητής, ὁ (Α) [ευωχούμαι] συνευωχούμενος, συνδαιτυμόνας, συμπότης …   Dictionary of Greek

  • ευωχώ — βλ. ευωχούμαι …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»